εκτυπώνω


εκτυπώνω
και εκτυπώ (-όω) (AM ἐκτυπῶ)
αποτυπώνω πάνω σε μια επιφάνεια κάτι έτσι ώστε να προεξέχει σαν ανάγλυφο
νεοελλ.
τυπώνω έντυπο με το τυπογραφικό πιεστήριο
μσν.
1. διαμορφώνω
2. αναπαριστάνω
αρχ.
1. μορφώνω, σχηματίζω, διατυπώνω
2. μέσ. ἐκτυποῡμαι
εικονίζω, σχηματίζω εικόνα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εκτυπώνω — εκτυπώνω, εκτύπωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εκτυπώνω — εκτύπωσα, εκτυπώθηκα, εκτυπωμένος, μτβ. 1. αποτυπώνω κάτι σε επιφάνεια, ώστε η μορφή του να εξέχει ανάγλυφα. 2. τυπώνω κάτι με το πιεστήριο (βιβλίο, εφημερίδα, εικόνα κτλ.): Εκτυπώνονται πολλές εφημερίδες στην Αθήνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανεκτύπωτος — η, ο αυτός που δεν έχει ακόμη εκτυπωθεί, αδημοσίευτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εκτυπώνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες] …   Dictionary of Greek

  • εκδίδω — (AM ἐκδίδωμι, Μ και ἐκδίδω) 1. συλλαμβάνω εγκληματία και τόν παραδίδω στις αρχές τού κράτους του για να δικαστεί εκεί 2. επιστρέφω κάτι που άρπαξα 3. (για συγγραφικά έργα, αντίγραφα, έντυπα, εικόνες κ.λπ.) θέτω σε κυκλοφορία, δημοσιεύω σε πολλά… …   Dictionary of Greek

  • εκτύπωση — η (AM ἐκτύπωσις) νεοελλ. η ενέργεια τού εκτυπώνω, τύπωση με τυπογραφικό πιεστήριο («η εκτύπωση τού βιβλίου καθυστερεί») αρχ. μσν. 1. ανάγλυφη αποτύπωση εικόνας 2. εικόνα, ομοίωση, σχηματισμός σύμφωνα με ένα πρότυπο 3. αλληγορία …   Dictionary of Greek

  • επιτυπώ — ἐπιτυπῶ, όω (AM) εκτυπώνω, αποτυπώνω, διατυπώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + τυπώ «τυπώνω» (< τύπος)] …   Dictionary of Greek

  • κακέκτυπος — η, ο 1. αυτός που παρουσιάζει σφάλματα και ελλείψεις κατά την εκτύπωση, ο κακοτυπωμένος 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα κακέκτυπα τα γραμματόσημα που εμφανίζουν ελαττωματική εμφάνιση και ουσιώδεις παραλλαγές από τον κανονικό τύπο στο χρώμα, στη… …   Dictionary of Greek

  • κατατυπώ — κατατυπῶ, όω (Α) απεικονίζω, εκτυπώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + τυπῶ «αποτυπώνω»] …   Dictionary of Greek

  • λιθογραφώ — [λιθογράφος] εκτελώ λιθογραφήματα, εκτυπώνω κείμενα ή εικόνες με τη βοήθεια εγχάρακτης ασβεστολιθικής πλάκας …   Dictionary of Greek

  • πολυγραφώ — πολυγραφῶ, έω, ΝΜΑ [πολυγράφος] 1. γράφω πολύ 2. γράφω πολλά νεοελλ. εκτυπώνω σε πολύγραφο …   Dictionary of Greek